Αργοπορημένες Σκέψεις

Μαραμένα τριαντάφυλλα κρύβονται μέσα σε ασημοδεμένα χαρτόκουτα. Στριμόχνωνται αγκαλιάζονοτας ποιήματα φθινοπωρινά που κρύβουν ξεχασμένες θάλασσες από ζαφείρια· εκεί που τώρα πνίγονται ένα ζευγάρι από καταπράσινα σμαράγδια. Αραχνιάζουν οι γλυκές αναμνήσεις μέσα στο χαρτόκουτο. Χάσανε τη γεύση τους με τον καιρό, με την παγωμένη απόσταση.

Κάθεται το κουτί λυπημένα, νωχελικά, στο ράφι με τα τετράδια. Φαίνεται ξεχασμένο, έτσι όπως κρέμεται η παραμελημένη κόκκινη κορδέλα μέσα από το μισάνοιχτο καπάκι του. Κάθε φορά που περνάω από δίπλα του θυμίζω στον εαυτό μου να βάλει την κορδέλα πάλι μέσα, κι όλο το ξεχνάω. Το κοιτάω, με κοιτάει και ξέρω κι εγώ και αυτό πως δεν πρόκειται να το ανοίξω. Γιατί ξέρουμε και οι δύο – και εγώ και το κουτί δηλαδή – ότι θα αρχίσω να ρωτάω τον εαυτό μου τι πήγε λάθος και τι άλλαξε, ενώ γνωρίζω πολύ καλά την απάντηση. Δεν χρειάζομαι κοφτερές ερωτήσεις που πονούν όταν τις ακουμπάς. Θέλω απλά να γραπωθώ από ό,τι ζεστό και ασφαλές κατοικεί στην συννεφιασμένη ζωή μου. Γνωρίζω πως δεν θα βγει ο ήλιος άμα το ανοίξω το φτηνό χαρτόκουτο με τους ξεχασμένους συναισθηματικούς θυσαυρούς μιας ζωής που μοιάζει βγαλμένη από σινεμά. Ήταν η δική μου ζωή αυτή. Ήταν; Δεν είμαι σίγουρη. Δεν θέλω να το σκέφτομαι γιατί κόβει κι ό,τι κόβει, πονάει.

Δεν θέλω να γίνομαι μελοδραματική, αλλά ζω με τον συνεχή φόβο ότι η θύελλα που βρίσκεται στα έγκατα της ψυχής μου, θα ξεσπάσει· θύελλα από θυμό, βροχή και χιόνι από σύγχηση, παγωνιά από μέρες που με πλήγωσαν και δεν είπα λέξη. Συνταγή για καταστροφή είναι αυτή η θύελλα, γι’αυτό κάθε φορά που θέλει να ξεσπάσει και με τρων τα σωθικά μου, τη θάβω βαθύτερα στα άδυτα μιας καρδιάς παγωμένης.

Ξεχασμένα ασημόκουτα και θανατηφόρες αυτοκαταστροφικές θύελλες· κοφτερές ερωτήσεις και πλαστικοποιημένες αναμνήσεις. Τι κάνεις όταν δεν ξέρεις πώς να νιώσεις και στρέφεσαι σε μια άδεια σελίδα να σου πει;

Δεν μιλάνε οι σελίδες και το ξέρεις και το ξέρω. Εγώ τους έδωσα φωνή, ουρλιαχτό μάλλον. Δεν μπορώ καν να διώξω τον κόμπο που έχει κολλήσει στο λαιμό μου και δίνω φωνή σε μοναχικές σελίδες. Οξύμωρο, θα λεγα.

Παρεπιπτόντως, αναρωτιέμαι άμα θα ‘βγαζες νόημα αναλύοντας αυτόν τον συναισθηματικό εμετό. Αναρωτιέμαι άμα θα σε έκανε να “νιώσεις” κάτι. Άσε καλύτερα, δεν θέλω να ξέρω, δεν χρειάζομαι κι άλλες κοφτερές απαντήσεις.

Ας επιστρέψουμε όμως στο άγευστο, άοσμο, χάρτινο ασημοδεμένο κουτί. Κόβει και η όψη του τώρα και θέλω να το κρύψω, να μην μπορώ να το βλέπω, να μην πονάει, να μην χρειάζεται να λύνω τους γόρδιους δεσμούς που κολλάνε στο λαιμό μου όταν τυχαίνει να το κοιτάξω. Μα κι αν το κρύψω και το βρω ξαφνικά εκεί που κάθεται και το τρώει ο χρόνος; Δεν θέλω να ξέρω πώς θα νιώσω.

Τελοσπάντων, προς το παρόν λέω να το αφήσω εκεί που είναι. στο πάνω ράφι με τα τετράδια. Ίσως το κρύψω πίσω από καμιά ζωγραφιά να μην με τυφλώνει η ασημίλα του, να μην ανασαίνει απευθείας πάνω μου. Γιατί άμα δεν το ‘ξερες, ανασαίνουν τα αντικείμενα. Κυρίως αυτά που κουβαλούν αναμνήσεις και ζωές και ιστορίες για αγγέλους που πέφτουν στη γη για να ερωτευτούν άμυαλες μούσες. Θα ‘πρεπε να ξέραν καλύτερα οι μούσες· θα ‘πρεπε να γνωρίζουν πως οι άγγελοι έχουν πλευρές που κόβουν, κι άμα τους αγκαλιάσεις για πολύ και σφιχτά, ματώνεις· κόβουν τα εντυπωσιακά ασημιά φτερά τους.

Πέρα από τις γλυκανάλατες ιστορίες, το ‘κρυψα το κουτί. Δεν κοιταζόμαστε τώρα. Νοσταλγώ τη ματιά του πότε πότε, γι’αυτό τραβάω τη ζωγραφιά και ξανακοιταζόμαστε κι έτσι περνούν οι μέρες, κι έτσι ξαναγεμίζω μοναχικές σελίδες σαν κι αυτή με συναισθηματικά άπλυτα. Ίσως να πρέπει να τα καθαρίζω πότε πότε.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s