Το Γαλάζιο Κασκόλ

Το φορούσε με τη ριγέ τη μπλούζα, επειδή της ταίριαζε. Και περπατούσε στον βρεγμένο πεζόδρομο  τις παγωμένες μέρες που φυσούσε άγρια ο αέρας και χόρευε το γαλάζιο κασκόλ. Περπατούσε και γυρνούσαν τα κεφάλια κι εκείνη ήξερε πως δεν ήταν για τα θαλασσιά της μάτια, αλλά για το γαλάζιο κασκόλ που στριφογύριζε στον ξέφρενο ρυθμό του αέρα.

Θάλασσα τα μάτια της, ουρανός το κασκόλ. Ήθελε κι εκείνη να έχει λίγο γαλάζιο στα μάτια της για να μην σκουραίνουν ποτέ, για να μην βλέπει κανείς τη φουρτούνα μέσα τους όταν θύμωνε ή στενοχωριόταν. Ήθελε κι εκείνη ξέγνοιαστα να χόρευε τον χορό της ζωής. Πολλά ήθελε. Γεννήθηκε όμως με αυτά τα μάτια και συνεχώς έψαχνε για το γλυκό γαλάζιο, για να της υπενθυμίζει την ξεγνοιασιά, για να της καταλαγιάζει τις φουρτούνες. Κάπως, λοιπόν, ανακάλυψε ένα καταγάλανο κασκόλ. Δεν ήταν κραυγαλέο γαλάζιο όμως· ήταν ένα γαλάζιο απαλό σαν τον γλυκό ανοιξιάτικο ουρανό.

Περπατούσε, όπως πάντα, σ’ένα σοκάκι κάποιας πολυσύχναστης πόλης. Ως συνήθως είχε αφεθεί να την παρασύρει ο ρυθμός της. Ανάσαινε τις φωνές των περαστικών, άκουγε τον πόνο της καρδιάς των νέων, έβλεπε δάκρυα πίσω από χαμόγελα και… λυπότανε τον κόσμο. Παντού σκούρα χρώματα μιας αδειανής υπερπληθούς πόλης. Παντού άγνωστα πρόσωπα που μπορεί να ήξερες κάποτε, σε μια άλλη ζωή. Ξεχείλιζε μιζέρια αυτή η πόλη κι εκείνη έψαχνε το γαλάζιο μέσα της για να τη φωτίσει, για να φωτίσει και την ίδια της τη ζωή.

Εμφανίστηκε το κασκόλ, στη βιτρίνα ενός μαγαζιού ταλαιπωρημένου απ’το χρόνο. Εμφανίστηκε, κι εκείνη έμεινε να το κοιτάζει, σα να μη το πίστευε, σα να μην πίστευε το άπλετο φως που εξέπεμπε το γαλάζιο ύφασμα. Άνοιξε την βαριά πόρτα του μαγαζιού και δεν κατάλαβε για πότε το πλήρωσε και για πότε το φόρεσε γύρω απ’τον λαιμό της. Βγαίνοντας απ’το μαγαζί συνειδητοποίησε πως φορούσε τη ριγέ τη μπλούζα και αποφάσισε πως ταίριαζε με το κασκόλ. Μα αυτό που την εξέπληξε ήταν ότι άλλαξε το χρώμα των ματιών της από τότε που το έβαλε.  Γέμισε φως κι ελπίδα για τον μουντό, σκουρόχρωμο κόσμο και για την ασημόγκριζη ζωή.

The Scorpion Must Sting

A phrase that has stuck in my head since I saw one of those mainstream superhero movies, ‘Superwoman’…  Surprisingly enough, I really enjoyed it but that is not the point.

I realized that I am the Scorpion the Amazons were referring to when talking about themselves as powerful warriors. I am the Scorpion and I must sting. I must sting life back as hard as I can. Even though the Scorpion is a small insect, I am powerful enough to achieve everything I want including happiness; for, after all, the only thing I want from this life is to be happy.

The Scorpion doesn’t let anyone get in the way of its goals. Everything and anything trying to stop it from completing its ultimate quest gets stung.

I am this powerful Scorpion and I will sting anything trying to stop me from reaching happiness.

Strangely, feeling like a stunning deadly insect feels empowering. To be honest, hitting rock bottom for the second time was draining…. But the good thing about hitting rock bottom is that there’s only one way to go. I am now stronger than I have ever been. I am happy, I am strong and I am fierce… I am a Scorpion.

Try to cross me and I’ll be ruthless.

Οι Δρόμοι

Περπατώ σε δρόμους γνωστούς, σε δρόμους που τα έχουν νιώσει όλα μαζί μου. Τους έχω περπατήσει μόνη, με φίλους, με ‘σένα… Τα είδαν όλα με τα μάτια τους αυτοί οι δρόμοι. Είδαν πώς γεννήθηκε η λατρεία μου για σένα, πώς γέμισαν τα μάτια μου αγάπη για κάποιον που μπορεί και να μην με αγάπησε ποτέ… Παρατήρησαν μελιστάλαχτες ματιές που ανταλλάξαμε αργά κάποιο Σαββατόβραδο. Φύλαξαν κάθε στιγμή αυτού του μοναδικού έρωτα, μέχρι και την τελευταία του… μέχρι εκείνο το δάκρυ που ξέφυγε έπειτα απ’το “αντίο”. Τελικά, ήταν όντως “αντίο” που κρυβόταν πίσω από ένα στεγνό “τα λέμε”.

Όλα τα είδαν και όλα τα φύλαξαν.

Μήνες αργότερα πια, περπατώ τους ίδιους δρόμους. Μόνη μου.  Περπατάω αργά και σταθερά, κλείνω και τα μάτια μου για ν’απολαύσω το γλυκό καλοκαιρινό αεράκι. Γεμίζει το μυαλό μου με εικόνες μιας άλλης ζωής. Ξεχειλίζουν οι εικόνες αυτές στον δρόμο που ξεχύνεται μπρος μου. Το παρελθόν ζωντανεύει. Δεν μας αναγνωρίζω. Δεν με αναγνωρίζω. Αλλιώς λάμπανε τα μάτια μου τότε. Γυάλιζαν απ’τη ζαλάδα και καθρέφτιζαν τα δικά σου μεγάλα γαλανά μάτια.

Χορεύουν οι εικόνες του παρελθόντος μπροστά μου και αντηχούν λόγια ανάμεικτα, ακατανόητα. Μπερδεμένα “Σ’αγαπώ” στα κόκκινα μαλλιά μου και κρυφοί λυγμοί ξεφεύγουν απ’την καρδιά σου. Τους είδαν οι δρόμοι τους λυγμούς. Δεν κατάφερες να τους κρύψεις καλά.

Μα τελοσπάντων, συγχύζομαι κι εγώ γιατί δεν μου αρέσει να μπλέκω το παρελθόν με το τώρα. Δεν βοηθούν και οι εικόνες, βλέπεις, όσο ξεθωριασμένες απ’τον καιρό κι απ’τον πόνο κι αν είναι. Όλα ήθελα και θέλω να τα ξεχάσω, να τα διαγράψω. Όμως μου τα θυμίζουν οι δρόμοι ξανά, κάθε φορά που τους διαβαίνω. Έμαθα πια να τις αγνοώ τις εικόνες… Διαπερνώ τη στιγμή, την εικόνα αυτή που διαγράφεται μπροστά μου και… νιώθω κενή, εξαντλημένη. Κουράστηκα να τρέχω μακριά απ’το παρελθόν. Ήρθε η ώρα απλά να κάνω σαν να μην έγινε ποτέ, να υποκριθώ κι εγώ σαν κι εσένα τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Μεγάλος θεατρίνος! Σε θαυμάζω, αλήθεια! Κατάφερες να ξεγελάσεις ακόμα και τους δρόμους που περπατούσαμε, πως υπήρχε αλήθεια πίσω απ’τα “Σ’αγαπώ” σου. Δεν πήραν είδηση οι δρόμοι το χαντάκι που έσκαβες με τα ψέματα και τα μυστικά σου για να πετάξεις εμένα μέσα. Όταν το κατάλαβαν ήταν πλέον αργά. Είχα ήδη βυθιστεί στη δίνη των όσων δεν είπες. Δεν με βοήθησαν οι προειδοποιητικές κραυγές… Τίποτα δεν με βοήθησε, για να είμαι ειλικρινής. Περνούσε ο καιρός κι εγώ, εκεί, ακόμα παγιδευμένη στο χαντάκι σου. Οι ερωτήσεις μου αντιλαλούσαν στη συναισθηματική φυλακή μου χωρίς να φτάνουν σε σένα. Ώσπου ήρθε ο ήλιος, η τελευταία μου ελπίδα.

Μόνη μου βρήκα τη δύναμη να σηκωθώ, να αρπάξω μια ηλιαχτίδα και να ελευθερωθώ. Μόνη μου και να  ξεσκονίσω την ύπαρξή μου απ’τη γλοιώδη σκόνη σου. Μόνη μου και να περπατήσω τους δρόμους που περπατούσαμε μαζί αγκαλιά. Τα είδαν όλα οι δρόμοι.

Μοιάζουν πιο φωτεινοί τώρα.

Tormented but Hopeful

And I’m looking at all the pictures online of those girls you know and I can’t help but wonder… is she or she or she one of the reasons why you left me? Her eyes seem like the kind you like… is this the case? Is her thin and tall body your new sanctuary? Is her voice your new safe haven?

What is wrong with me? Why wasn’t I enough for you? Wasn’t my infinite love and support enough? It appears not… or you’d still be with me, you’d still love me. What more could I have done?

Thoughts like these torture me late at night when everyone else is asleep. Instead of dreaming, I’m awake thinking and wondering why I wasn’t enough and what went wrong. My voice echoes in my mind, repeating these questions again and again and again… My heart aches… I end up falling asleep around 2:30 in the morning, mostly from exhausting myself. Waking up has become a chore in itself. I wake up every morning and I am already tired. Every dreamless night strains my energy and my happiness. How much more do I have left? Despite that, I make myself busy, hoping that tonight won’t be the same, that my thoughts won’t torment me anymore. It’s a struggle but I put on a smile no matter what, hoping it won’t leave my face by the time the lights are out. Hope, I’ve realized, is the strongest force on earth and is, indeed, what keeps me alive and going every day that goes by.

Who knows? Maybe one of these days I will be able to effortlessly smile again.

Συναισθηματική Εξουθένωση

Έτσι ονομάζουμε αυτά που μας κατατρώνε, αυτά που μας κουράζουνε. Περνάει ο καιρός, χάνονται αυτά που νιώσαμε τότε, χάνονται κι οι αναμνήσεις μας, σβήνουν στον ορίζοντα σαν το γλυκό ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα.

Τι είχαμε, τι χάσαμε.  Αυτό αναρωτιέμαι κάθε μέρα που περνάει κι ανασαίνει. Ζούσα γι’αυτά που είχα, γι’αυτά που έχασα, γι’αυτά που έχασες.  Τώρα, σ’ένα τραπεζάκι μιας καφετέριας θα πούμε άδεια λόγια να κλείσει η κουρασμένη αυλαία που είχε παραμείνει ανοιχτή ενάμιση χρόνο μόλις.  Δεν θ’αναπολύσουμε αυτά που ζήσαμε αγκαλιά πάνω από ένα ζεστό καφέ γιατί δεν είναι το ‘στυλ’ μας. Θα λειτουργήσουμε με λογική, όπως πάντα λειτουργούσες κι εσύ δηλαδή. Μπρος το κεφάλι, πίσω η καρδιά. Πώς είναι η κατάσταση τώρα; Άδεια. Γιατί να το τραβάμε κι άλλο; Ναι, δίκιο έχεις, δεν υπάρχει λόγος πια. Αλλάξαμε πολύ κι αυτό μας απομάκρυνε; Όχι, δεν νομίζω· απλά η σχέση ήταν μονομερής κυρίως στο τέλος… Θλίψη αυτό το τέλος. Τρεις μήνες τώρα θλίψη. Θλίψη στη βροχή, στο χιόνι, στο χαλάζι και στις λίγες μέρες του ήλιου. Θλίψη και στη χαρά. Ήρθε το τέλος της συναισθηματικής εξουθένωσης, όμως. Ήρθε η ώρα για έναν ακόμα γερασμένο φοίνικα να τυλιχτεί στις φλόγες, να γίνει στάχτη και να αναστηθεί μέσα από αυτή. Καιρός για ένα ακόμα λουλούδι λωτού να ανθίσει, να συμβολίσει την αναγέννηση.

Τι είχαμε, τι χάσαμε. Χάσαμε λόγια, υπομονή συναισθήματα… Σχεδόν όσα είχαμε τα χάσαμε, τι κρίμα!

Με τέτοιες σκέψεις θα επιστρέψω σπίτι λυπημένη, εσωτερικά μικροτραυματισμένη αλλά θα τυλιχτώ κι εγώ στι φλόγες για να σώσω τον εαυτό μου. Θα κλείσω την πόρτα τη δική σου και θα μπω σε έναν ακόμα σκοτεινό διάδρομο με την ελπίδα να βρω άλλη μια πόρτα που θα πλυμμηρίζει φως για να μου δώσει ζεστασιά. Δεν φοβάμαι το βραδινό σκοτάδι του διαδρόμου πια.

Καληνύχτα για τελευταία φορά.

“Να ‘χεις όνειρα από χρυσό”

Confusion

I reach for my pocket and find my earphones tangled, once again. I take them out and try to untangle them, balancing a cigaret on my lips. It’s raining again, I think to myself. Great. I plug the earphones into my phone and start playing “Cough Syrup” on Spotify, while walking towards the wet muddy park. I love walking and smoking even though it can be quite difficult when it’s raining. If you’re wondering why I smoke, it’s because I’m anxious and confused; about everything, all the time. The cigaret is my way of dealing with all this anxiety without really dealing with it. Cigarets aren’t very helpful with forgetting, however. I used to drink to drown my problems and immerse myself in this ecstatic transcendence. I used to transform into this other person; little did I know that the day after, the pain would hit me harder than the day before. So, I stopped drinking to deal with the pain, to learn how to live with it.

I open my eyes and I am now standing on the bridge, looking at the river Kelvin confused as to how I got here. I have a new unlit cigaret on my hand. Odd. I zone out sometimes. I get lost in the maze-like wagons of my train of thought. I get fixated on the past and often confuse it with the present. I need to keep reminding myself that they are more than separate. In fact, it feels as though they are two different lives of two different people. I was a naive unhappy child and I am a slightly happier, perplexed and angry adult. Life is more confusing than ever.

As I lay my eyes on the running Kelvin, I can’t help but wonder: what if I were a tiny little drop of water in this roaming river? Would I feel free then? Free from worries and problems and a thousand unanswered questions. I reckon I wouldn’t feel that empty if I were that crystal clear drop. Too many feelings have made me feel absolutely nothing. Even filling myself with smoke feels like nothing. ‘Nothing’ is confusing.

I close my eyes and when I open them again I’m in my apartment, guitar in hand. I’m so tired and dizzy from zoning out. I know how I got here this time, but it seems distant, insignificant. Anyway, apparently, I’m singing now… and there’s a distinct sting near my heart. It feels like… I’m feeling again. I know it’s pain that I feel, I remember it clearly now… but at least it’s better than nothing. I sing painful heartbreak songs and I suddenly feel warm tears running down my face, just like the river is running across the face of the earth. It somehow feels liberating that the tears don’t seem to be stopping.  They run from my eyes to my cheeks, to my guitar and land on my leg. I cry for the unanswered questions mostly. I cry out of confusion. I don’t know what lies ahead even though I want to. I want answers, meaning, significance.

I close my eyes and when I open them, it’s a new day.

Αργοπορημένες Σκέψεις

Μαραμένα τριαντάφυλλα κρύβονται μέσα σε ασημοδεμένα χαρτόκουτα. Στριμόχνωνται αγκαλιάζονοτας ποιήματα φθινοπωρινά που κρύβουν ξεχασμένες θάλασσες από ζαφείρια· εκεί που τώρα πνίγονται ένα ζευγάρι από καταπράσινα σμαράγδια. Αραχνιάζουν οι γλυκές αναμνήσεις μέσα στο χαρτόκουτο. Χάσανε τη γεύση τους με τον καιρό, με την παγωμένη απόσταση.

Κάθεται το κουτί λυπημένα, νωχελικά, στο ράφι με τα τετράδια. Φαίνεται ξεχασμένο, έτσι όπως κρέμεται η παραμελημένη κόκκινη κορδέλα μέσα από το μισάνοιχτο καπάκι του. Κάθε φορά που περνάω από δίπλα του θυμίζω στον εαυτό μου να βάλει την κορδέλα πάλι μέσα, κι όλο το ξεχνάω. Το κοιτάω, με κοιτάει και ξέρω κι εγώ και αυτό πως δεν πρόκειται να το ανοίξω. Γιατί ξέρουμε και οι δύο – και εγώ και το κουτί δηλαδή – ότι θα αρχίσω να ρωτάω τον εαυτό μου τι πήγε λάθος και τι άλλαξε, ενώ γνωρίζω πολύ καλά την απάντηση. Δεν χρειάζομαι κοφτερές ερωτήσεις που πονούν όταν τις ακουμπάς. Θέλω απλά να γραπωθώ από ό,τι ζεστό και ασφαλές κατοικεί στην συννεφιασμένη ζωή μου. Γνωρίζω πως δεν θα βγει ο ήλιος άμα το ανοίξω το φτηνό χαρτόκουτο με τους ξεχασμένους συναισθηματικούς θυσαυρούς μιας ζωής που μοιάζει βγαλμένη από σινεμά. Ήταν η δική μου ζωή αυτή. Ήταν; Δεν είμαι σίγουρη. Δεν θέλω να το σκέφτομαι γιατί κόβει κι ό,τι κόβει, πονάει.

Δεν θέλω να γίνομαι μελοδραματική, αλλά ζω με τον συνεχή φόβο ότι η θύελλα που βρίσκεται στα έγκατα της ψυχής μου, θα ξεσπάσει· θύελλα από θυμό, βροχή και χιόνι από σύγχηση, παγωνιά από μέρες που με πλήγωσαν και δεν είπα λέξη. Συνταγή για καταστροφή είναι αυτή η θύελλα, γι’αυτό κάθε φορά που θέλει να ξεσπάσει και με τρων τα σωθικά μου, τη θάβω βαθύτερα στα άδυτα μιας καρδιάς παγωμένης.

Ξεχασμένα ασημόκουτα και θανατηφόρες αυτοκαταστροφικές θύελλες· κοφτερές ερωτήσεις και πλαστικοποιημένες αναμνήσεις. Τι κάνεις όταν δεν ξέρεις πώς να νιώσεις και στρέφεσαι σε μια άδεια σελίδα να σου πει;

Δεν μιλάνε οι σελίδες και το ξέρεις και το ξέρω. Εγώ τους έδωσα φωνή, ουρλιαχτό μάλλον. Δεν μπορώ καν να διώξω τον κόμπο που έχει κολλήσει στο λαιμό μου και δίνω φωνή σε μοναχικές σελίδες. Οξύμωρο, θα λεγα.

Παρεπιπτόντως, αναρωτιέμαι άμα θα ‘βγαζες νόημα αναλύοντας αυτόν τον συναισθηματικό εμετό. Αναρωτιέμαι άμα θα σε έκανε να “νιώσεις” κάτι. Άσε καλύτερα, δεν θέλω να ξέρω, δεν χρειάζομαι κι άλλες κοφτερές απαντήσεις.

Ας επιστρέψουμε όμως στο άγευστο, άοσμο, χάρτινο ασημοδεμένο κουτί. Κόβει και η όψη του τώρα και θέλω να το κρύψω, να μην μπορώ να το βλέπω, να μην πονάει, να μην χρειάζεται να λύνω τους γόρδιους δεσμούς που κολλάνε στο λαιμό μου όταν τυχαίνει να το κοιτάξω. Μα κι αν το κρύψω και το βρω ξαφνικά εκεί που κάθεται και το τρώει ο χρόνος; Δεν θέλω να ξέρω πώς θα νιώσω.

Τελοσπάντων, προς το παρόν λέω να το αφήσω εκεί που είναι. στο πάνω ράφι με τα τετράδια. Ίσως το κρύψω πίσω από καμιά ζωγραφιά να μην με τυφλώνει η ασημίλα του, να μην ανασαίνει απευθείας πάνω μου. Γιατί άμα δεν το ‘ξερες, ανασαίνουν τα αντικείμενα. Κυρίως αυτά που κουβαλούν αναμνήσεις και ζωές και ιστορίες για αγγέλους που πέφτουν στη γη για να ερωτευτούν άμυαλες μούσες. Θα ‘πρεπε να ξέραν καλύτερα οι μούσες· θα ‘πρεπε να γνωρίζουν πως οι άγγελοι έχουν πλευρές που κόβουν, κι άμα τους αγκαλιάσεις για πολύ και σφιχτά, ματώνεις· κόβουν τα εντυπωσιακά ασημιά φτερά τους.

Πέρα από τις γλυκανάλατες ιστορίες, το ‘κρυψα το κουτί. Δεν κοιταζόμαστε τώρα. Νοσταλγώ τη ματιά του πότε πότε, γι’αυτό τραβάω τη ζωγραφιά και ξανακοιταζόμαστε κι έτσι περνούν οι μέρες, κι έτσι ξαναγεμίζω μοναχικές σελίδες σαν κι αυτή με συναισθηματικά άπλυτα. Ίσως να πρέπει να τα καθαρίζω πότε πότε.